συνεκπαιδεύω

συνεκπαιδεύω

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "συνεκπαιδεύω" в других словарях:

  • συνεκπαιδεύω — Ν εκπαιδεύω από κοινού μαθητές και τών δύο φύλων. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + εκπαιδεύω. Η λ. μαρτυρείται από το 1887 στην εφημερίδα Παλιγγενεσία] …   Dictionary of Greek

  • συνεκπαιδεύω — συνεκπαίδευσα, συνεκπαιδεύτηκα, εκπαιδεύω μαζί αγόρια και κορίτσια ή δύο ξεχωριστές ομάδες ατόμων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»